ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΟΥ
ΔΟΚΙΜΙΟ-ΠΟΙΗΣΗ-ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

About Me

My photo
ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗ, ΑΘΗΝΑ, Greece
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ - ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΙΔΕΟΠΝΟΟΝ

ΠΟΙΗΣΗ

ΠΟΙΗΣΗ
ΚΟΡΑΛΙΑ ΣΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΟΤΑΡΑΧΗ

Η ΨΥΧΗ ΓΥΡΕΥΕΙ ΤΟ ΑΝΥΠΕΡΒΛΗΤΟ

Η ΨΥΧΗ ΓΥΡΕΥΕΙ ΤΟ ΑΝΥΠΕΡΒΛΗΤΟ

Countdown

ΑΧ ΚΑΙ ΝΑ Σ' ΕΙΧΑ ΕΔΩ

Loading...
ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟ ΑΝ-ΟΙΚΕΙΟΝ

Wednesday, April 27, 2016

   Η νυχτερινή υγρασία της έφερε ανατριχίλα, αλλά δεν έκανε καμιά κίνηση να μπει εκ νέου στο εσωτερικό του διαμερίσματος. Έμεινε ασάλευτη στη θέση της και ο νους της πέταξε σε άλλες πιο ευτυχισμένες περασμένες στιγμές της ζωής της.
Ανάμικτα συναισθήματα επιθυμίας, φόβου, θλίψης, μοναξιάς, αβεβαιότητας, την κατέκλυσαν. Η αξίωση της μοίρας είναι μερικές φορές ανεξιχνίαστη. Ο Κλέωνας, ο μοναδικός άντρας που αγάπησε ως τα βάθη της ύπαρξής της, αφημένος στην ανυπαρξία της απομόνωσής του και στις σκιές των στιγμών, περίμενε ένα τηλεφώνημα από αυτήν για να αναστηθεί και να περπατήσει ξανά στον κόσμο των ζωντανών. Εκείνη, απόψε, κάτω από τον έναστρο ουρανό, σα να το είχε πάρει μισή απόφαση, σκεφτόταν να τον πλησιάσει και να του χαρίσει αυτή την Ανάσταση.
Τη γαλήνη της νύχτας διέκοπτε το τερέτισμα των τριζονιών και οι μικρές φωνούλες που έβγαζε πότε-πότε ο Οδυσσέας, όταν τα κουνούπια της νύχτας του έδιναν μικρές τσιμπιές. Κοιτώντας την ασημένια φόρμα της σελήνης, ένα πρόσωπο έβλεπε να αντικατο-πτρίζεται εμπρός της, το πρόσωπό του.
Τα μάτια του, τα πιο όμορφα μάτια στο κό¬σμο όπως του έλεγε συχνά, την κοίταζαν με θλίψη. Και η φωνή του, έφτανε στ’ αυτιά της σαν ένα παράξενο βουητό, κάτι σαν κλάμα ανάμεικτο με λόγια .
Άναψε και δεύτερο τσιγάρο. Η ψυχή της αφημένη στην άγρια θάλασσα των στιγμών, πάλευε να πάρει τη σωστή απόφαση.
-Ή τώρα ή ποτέ, σκέφτηκε φωναχτά, και δίνοντας ένα σάλτο, πετάχτηκε από την ψάθινη πολυθρόνα.
Ότι και να συνέβαινε από ’δω και πέρα, εκείνη, θα ’χε προσπαθήσει ακόμα μια φορά, θα είχε δώσει ένα μικρό περιθώριο στις στιγμές και στα υπέροχα συναισθήματα που την ένωσαν μαζί του.
Μπήκε βιαστικά στο εσωτερικό χώρο του σπιτιού και προχώρησε προς το γραφείο της.
Πήρε το τηλέφωνο στα χέρια της, κρατώντας το στις χούφτες της για λίγα λεπτά, ενώ έκλεινε με ικεσία τα μάτια. Έπειτα, αφήνοντας ένα βαθύ αναστεναγμό σχημάτισε τον αριθμό του.
Το τηλέφωνο, κάλεσε τέσσερις φορές, κι έπειτα ακούστηκε σιγανά η γνώριμη κι αγαπημένη φωνή του Κλέωνα:
-Ναι;
-Κλέωνα, αγάπη μου…
Ο έρωτας μπορεί να διαρκέσει μια στιγμή, μια ώρα, μια μέρα, μια βδομάδα, ένα μήνα, ένα χρόνο, για πάντα... Και ο δικός τους έρωτας ήταν προορισμένος για να κρατήσει μια αιωνιότητα!

No comments:

Post a Comment

Note: Only a member of this blog may post a comment.

Blog Archive

ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟ ΑΝ-ΟΙΚΕΙΟΝ

  • ΠΟΙΗΣΗ - ΑΡΕΤΗ ΓΚΙΩΝΑΚΗ